Από Newsroom σε Τετάρτη, 08 Σεπτεμβρίου 2021
Κατηγορία: ΠΡΟΣΩΠΑ

π. Χρήστος Παππάς: O πρώτος Βορειοηπειρώτης ιερέας που χειροτονήθηκε από τον Αρχιεπίσκοπο Αλβανίας Αναστάσιο

​Ο π. Χρήστος Παππάς, ο πρώτος Έλληνας Ορθόδοξος ιερέας που χειροτονήθηκε το καλοκαίρι του 1991 -μετά την πτώση του παλαιού καθεστώτος- από τον μετέπειτα Αρχιεπίσκοπο Αλβανίας μιλά για τα σημαντικότερα κεφάλαια του βίου του και το ιερατικό του έργο επί 30 συναπτά έτη

Το καλοκαίρι του 1991 συντελούνταν κοσμογονικές αλλαγές στην Αλβανία. Η κομμουνιστική δικτατορία είχε καταρρεύσει και ανάμεσα στον ελληνικό πληθυσμό της Βορείου Ηπείρου είχε αρχίσει να πνέει άνεμος ελπίδας και αισιοδοξίας.

Οι Έλληνες αδελφοί μας έβγαιναν μέσα από μια περίοδο όπου όλα τα «σκίαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά» και ξεκινούσαν να οραματίζονται ένα διαφορετικό μέλλον κρατώντας ζωντανή τη θρησκευτική πίστη και την αγάπη προς τη μητέρα-πατρίδα.

Το καλοκαίρι, λοιπόν, εκείνο πραγματοποιείτο και η πρώτη στα χρονικά -αμέσως μετά την πτώση του παλαιού καθεστώτος- χειροτονία Έλληνα ορθοδόξου ιερέα από τον Αρχιεπίσκοπο Αλβανίας Αναστάσιο. Πρόκειται για τον π. Χρήστο Παππά ο οποίος με μεγάλη προθυμία παραχώρησε την παρακάτω συνέντευξη εξιστορώντας τα σημαντικότερα κεφάλαια του βίου του, αλλά και το έργο που επιτέλεσε ως ιερέας εδώ και τριάντα συναπτά έτη.

Ας ξετυλίξουμε από την αρχή το νήμα της ζωής σας: Ποιες ήταν οι δραστηριότητές σας πριν ενδυθείτε του ιερατικού σχήματος;

Γεννήθηκα το 1938 στο χωριό Αλύκο. Είναι ένα από τα περίπου 70 ελληνικά χωριά που έχει η περιοχή των Αγίων Σαράντα και του Δέλβινου. Οι μνήμες των παιδικών μου χρόνων είναι ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος. Το 1940 οι κάτοικοι της περιοχής μας υποδέχθηκαν τον ελληνικό στρατό ως ελευθερωτές, ενώ πολλοί όπως ο πατέρας μου και τα αδέλφια του εντάχθηκαν σε αυτόν ως εθελοντές.

Μετά την υποχώρηση του ελληνικού στρατού και την λήξη του πολέμου, εδώ στην Αλβανία επικράτησε ο κομμουνισμός. Ηταν μία απέραντη φυλακή για όλους τους πολίτες της χώρας, αλλά για εμάς τους Έλληνες οι δυσκολίες ήταν διπλές! Το καθεστώς του Χότζα αναγνώρισε την Εθνική Ελληνική Μειονότητα, όχι όμως όλα τα χωριά. Η περιοχή του Βούρκου που ανήκει το χωριό μας ήταν μία από τις περιοχές που χαρακτηρίστηκε ως μειονοτική και υπό αυτό το «καθεστώς» είχαμε κάποια υποτυπώδη δικαιώματα ως Έλληνες. Π.χ τα μαθήματα στο δημοτικό σχολείο τα παρακολουθούσαμε στη μητρική μας γλώσσα.

Μετά την ολοκλήρωση του επτατάξιου επιθυμούσα να συνεχίσω στο Γυμνάσιο (το αντίστοιχο σήμερα Λύκειο), αλλά για να σου επιτραπεί αυτό έπρεπε να έχεις πιστοποιητικά φρονημάτων από το καθεστώς, και φυσικά η οικογένειά μας όχι μόνο δεν είχε αλλά ως εθνικόφρονες ήμασταν «εχθροί του λαού»!

Το 1958 αποφάσισα να πάω σε σχολείο του Αργυροκάστρου, ο οποίος είναι γειτονικός νομός, όχι μόνο για να κρύψω τα ίχνη των «κακών φρονημάτων» αλλά επειδή εκεί ήταν το μοναδικό γυμνάσιο, όπου η διδασκαλία γινόταν στα Ελληνικά. Ήταν η περίφημη Παιδαγωγική Σχολή Αργυροκάστρου, οι απόφοιτοι της οποίας γινόντουσαν δάσκαλοι και δίδασκαν στα ελληνικά μειονοτικά χωριά που προανέφερα. Μετά την ολοκλήρωση του Παιδαγωγικού δεν υπήρχε περίπτωση να διόριζαν δάσκαλο έναν «θιγμένο», όπως μας χαρακτήριζαν εμάς τους μη αρεστούς του καθεστώτος. Φυσικά, δεν μπορούσες να επιλέξεις ποια δουλειά θα κάνεις. Θα πήγαινες εκεί που έλεγε το κόμμα. Εμένα λοιπόν με έστειλαν εργάτη στη δημόσια υπηρεσία διάνοιξης και συντήρησης δρόμων. Σε αυτή την υπηρεσία εργάστηκα για 30 χρόνια μέχρι το 1991, όταν και κατέρρευσε το καθεστώς.

Είχατε κάποια ιδιαίτερη σχέση με το περιβάλλον της Εκκλησίας; Πώς πήρατε αυτή την απόφαση να γίνετε ιερέας;

Το επίθετο μου είναι Παππάς και αυτό επειδή είχαμε πρόγονο ιερέα, αρκετές γενιές πιο πριν, αλλά ωστόσο το όνομα έμεινε. Η οικογένειά μου διακρινόταν για την ευλάβειά της προς την εκκλησία, όπως όλες εκείνον τον καιρό. Την απόφαση και την πορεία μέχρι τη χειροτονία μου δυστυχώς δεν μπορώ να την περιγράψω με λίγα λόγια. Πριν όμως φτάσουμε σε αυτό θα ήθελα να περιγράψω τις συνθήκες πριν από τριάντα χρόνια. Η Αλβανία ήταν το μοναδικό κράτος στον κόσμο το οποίο επέβαλε την αθεΐα δια νόμου. Από το 1945 μέχρι το 1967 η πίστη διωκόταν- όπως και στις υπόλοιπες ανατολικές χώρες- αλλά μετά το 1967 απαγορευόταν και κάθε θρησκευτικό σύμβολο και έκφραση.

Οι εκκλησίες γκρεμίστηκαν ή μετατράπηκαν σε αποθήκες, οι ιερείς αποσχηματίστηκαν και φυλακίστηκαν. Για 27 χρόνια λειτουργούσαμε ως κρυπτοχριστιανοί χωρίς ιερείς, χωρίς μυστήρια. Το 1989 κατέρρεε αλυσιδωτά το ανατολικό μπλοκ και το κύμα της αντίδρασης έφτασε και στην Αλβανία. Το καθεστώς αντί της σύγκρουσης επέλεξε την ελεγχόμενη πτώση του. Αρχίσαμε πλέον να πηγαίνουμε φανερά στις εκκλησίες, φέραμε και τοποθετήσαμε στις θέσεις τους τα ιερά σκεύη και τις εικόνες -τις οποίες είχαμε κρύψει- αλλά όμως ιερείς δεν υπήρχαν.

Θυμάμαι τη Μεγάλη Εβδομάδα του 1990, όταν οι δύο παλιοί ψαλτάδες του χωριού μας ο Γιάννης Ράφτης και ο Φίλιππος Κώτσης έψαλλαν σε όλες τις ακολουθίες, ενώ εγώ διάβαζα τα αναγνώσματα. Το καλοκαίρι του ίδιου έτους, αν θυμάμαι καλά μετά την ακολουθία της Πεντηκοστής, ένας εκ των ψαλτών μου είπε με πολύ αποφασιστικό τόνο επί λέξη: «Κίτσο, πρέπει να το πάρεις απόφαση και να βρεις τρόπο να πας στην Ελλάδα για να ετοιμαστείς για παπάς. Θα πήγαινα εγώ, αλλά εσύ είσαι πιο νέος και πιο γραμματισμένος. Δεν είναι εύκολο αλλά είναι ένας σταυρός που θα τον σηκώσουμε όλοι μαζί…». Με ξάφνιασε η πρότασή του, δεν είχα σκεφτεί ποτέ κάτι τέτοιο. Δεν του απάντησα, αλλά η πρότασή του με καθήλωσε, τόσο που για πολλές μέρες δεν σκεφτόμουν τίποτα άλλο!

Το πέρασμα στην Ελλάδα, η καχυποψίατων ιερέων, οι καθοριστικές συναντήσεις και η γνωριμία του με τον κ. Αναστάσιο

«Νιώθω ένα δέος όταν λειτουργούμε στα παλιά και εγκαταλελειμμένα μοναστήρια του τόπου μας»

«Στα τριάντα χρόνια τις ιεροσύνης έκανα πάνω από 1.200 βαπτίσεις, στεφάνωσα κοντά στα 1000 ζευγάρια και τέλεσα περισσότερες από 3.000 θείες λειτουργίες. Δεν αισθάνομαι ότι έκανα τίποτα σπουδαίο!»«Σε σχέση με το κράτος αντιμετωπίζουμε σοβαρά προβλήματα. Δεν επιστράφηκαν στην εκκλησία πολλά ιερά κειμήλια και εικόνες τα οποία κρατάνε ακόμα σε μουσεία και αποθήκες. Δεν επεστράφησαν οι εκκλησιαστικές περιουσίες και πολλά μοναστήρια και εκκλησίες που είχαν χαρακτηριστεί ως πολιτιστικά μνημεία παραμένουν στην κυριότητα του κράτους»

Έτσι λοιπόν φτάνει η στιγμή και αποφασίζετε την μετάβασή σας στην Ελλάδα…

Κατάφερα να περάσω στην Ελλάδα το Δεκέμβριο του 1990 φτάνοντας αρχικά στα Γιάννενα. Για να είμαι ειλικρινής, οι πρώτες συναντήσεις με απογοήτευσαν, αλλιώς περίμενα τα πράγματα. Οι πρώτοι κληρικοί που συνάντησα στα Γιάννενα με είδαν κάπως με καχυποψία. Ίσως και με το δίκιο τους αφού έβλεπαν έναν ρακένδυτο, ο οποίος ήρθε από την Αλβανία λέγοντάς τους ότι σκέφτεται να γίνει ιερέας. Φωτεινή εξαίρεση ο π. Γεώργιος Καράμπελας, ο οποίος με βοήθησε και με καθοδήγησε με πολύ αγάπη.

Μετά από κάποιες ημέρες πήγα στην Κόνιτσα για να συναντήσω τον Μητροπολίτη Δρυινουπόλεως. Ήταν ένας φλογερός ιεράρχης που αγωνιζόταν χρόνια για το Βορειοηπειρωτικό. Τον ακούγαμε κρυφά στο ραδιόφωνο και κλαίγαμε από συγκίνηση. Η συνάντηση με τον μακαριστό Σεβαστιανό ήταν αποκαλυπτική! Εκεί ένιωσα το ιερό κάλεσμα του Κυρίου, όπως έκανε ο Ίδιος στους Αποστόλους του. Εξαφανίστηκε κάθε αναστολή που είχα και ήμουν βέβαιος για την κλήση. Ο ίδιος φρόντισε να μεταβώ στο Άγιον Όρος στην Ιερά Μονή της Μεγίστης Λαύρας, όπου εργαζόμουν για τα προς τον ζην και παράλληλα έκανα εντατικά μαθήματα. Αρχές Ιουνίου του 1991 ενημερώθηκα ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο είχε ορίσει τον τότε Επίσκοπο Ανδρούσης Αναστάσιο, ως Πατριαρχικό Έξαρχο με σκοπό να εξετάσει την κατάσταση και να συνομιλήσει με τους κυβερνώντες για την επανασύσταση της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας στην Αλβανίας. Χωρίς δεύτερη σκέψη αποφάσισα να πάω στην Αθήνα να τον συναντήσω.

Η χαρά μου ήταν απερίγραπτη, όπως και του μακαριότατου! Φρόντισε ο ίδιος για τη διαμονή μου στην Ιερά Μονή Πεντέλης, όπου συνέχισα τα μαθήματα και μετά από ένα μήνα, στις 7 του Ιούλη το 1991, έγινε η χειροτονία μου σε διάκονο. Δεν μπορώ να περιγράψω τη συγκίνηση εκείνης της ημέρας, του Μακαριότατου, τη δική μου, των πατέρων της μονής και όλων των παρευρισκομένων! Ο άγιος Αναστάσιος μου είπε πως θα είμαι μαζί του ως διάκονος κατά την πρώτη περιοδεία του στην Αλβανία που θα ξεκινούσε σε λίγες μέρες.

Μπορείτε να φέρετε στην σκέψη σας τα γεγονότα που επακολούθησαν μετά την χειροτονία σας ως διακόνου;

Μετά από ένα μήνα περιοδείας μαζί με τον μακαριότατο σε όλη την Αλβανία και πριν την αναχώρησή του για να ενημερώσει το Οικουμενικό Πατριαρχείο, ένας από τους τελευταίους σταθμούς του ήταν το Αλύκο όπου έγινε η χειροτονία μου σε ιερέα στην εκκλησία της Αγίας Βαρβάρας. Σκέφτομαι εκείνη την ημέρα και πάντα έρχεται αυθόρμητα στο μυαλό μου το τροπάριο των αίνων: «Τι ανταποδώσωμεν τω Κυρίω περί πάντων ων ανταπέδωκεν ημίν;…». Αισθανόμουν ευλογημένος για το ότι είχα χειροτονηθεί από έναν άγιο άνθρωπο. Για τον αρχιεπίσκοπό μας θα επαναλάβω κάτι που είχε πει ο Παναγιότατος Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος, όταν επισκέφτηκε την Αλβανία: «Ο Αναστάσιος είναι ένα δώρο του θεού στην ανθρωπότητα».

Ποιά περιστατικά από τον βίο και τις ιερατικές σας δραστηριότητες θυμόσαστε πιο έντονα; Ποιά γεγονότα σας είχαν κάνει χαρακτηριστική εντύπωση και έχουν χαραχθεί στη μνήμη σας;

Ο ιερέας όταν τελεί τα μυστήρια βρίσκεται κάθε φορά στο θυσιαστήριο βιώνοντας τη Σταύρωση και την Ανάσταση του Χριστού, δεν μπορεί να τα ξεχωρίσει. Ανθρωπίνως και ίσως συναισθηματικά σκεπτόμενος νιώθω ένα δέος όταν λειτουργούμε στα παλιά και εγκαταλελειμμένα μοναστήρια του τόπου μας. Επίσης όταν συλλειτουργώ με τον μακαριότατο, με τον μητροπολίτη μας ή και με φωτισμένους πατέρες, που έρχονται κατά καιρούς από την Ελλάδα για να μας βοηθούν.

Από πλευράς αλβανικών αρχών ως ιερέας αντιμετωπίσατε προβλήματα; Σας έφερναν εμπόδια στο έργο σας;

Στην τέλεση των λατρευτικών ακολουθιών δεν έχουμε ιδιαίτερα προβλήματα και μπορώ να πω ότι- εκτός από κάποιες εξαιρέσεις- μας σέβονται ακόμα και οι αλλόθρησκοι. Ωστόσο σε σχέση με το κράτος αντιμετωπίζουμε σοβαρά προβλήματα. Δεν επιστράφηκαν στην εκκλησία πολλά ιερά κειμήλια και εικόνες τα οποία κρατάνε ακόμα σε μουσεία και αποθήκες. Δεν επεστράφησαν οι εκκλησιαστικές περιουσίες και πολλά μοναστήρια και εκκλησίες που είχαν χαρακτηριστεί ως πολιτιστικά μνημεία παραμένουν στην κυριότητα του κράτους.

«ΜΟΝΟΣ ΔΙΚΑΙΟΣ ΚΡΙΤΗΣ Ο ΚΥΡΙΟΣ»

Ποιο έργο αφήνετε στην ελληνική κοινότητα τόσο στο κομμάτι της εκκλησιαστικής ζωής αλλά και ως ένας απλός άνθρωπος;

Δεν είναι εύκολη ερώτηση! Στα τριάντα χρόνια τις ιεροσύνης έκανα πάνω από 1.200 βαπτίσεις, στεφάνωσα κοντά στα 1000 ζευγάρια και τέλεσα περισσότερες από 3.000 θείες λειτουργίες. Δεν αισθάνομαι ότι έκανα τίποτα σπουδαίο! Με τη χάρη του Θεού και την ευλογία του Αρχιεπισκόπου Αναστασίου και του μητροπολίτη μας Δημητρίου, δοξάζω τον Κύριο που αποτέλεσα ένα λιθαράκι στην ανοικοδόμηση και την λειτουργία της εκκλησίας μας! Ο Κύριος είναι ο μόνος δίκαιος κριτής του έργου μας.

Σωτήριος Λέτσιος

*Αναδημοσίευση από την εφημερίδα "Ορθόδοξη Αλήθεια"

Σχετικές Δημοσιεύσεις