Από την πολιτιστική κληρονομιά στις μειονοτικές διεκδικήσεις
Η πρόσφατη αναφορά στη βλάχικη πολιτιστική κληρονομιά της Ελλάδας στο Ψήφισμα 2674/2026 (29.09.2026) της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης και η έντονη αντίδραση της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Πολιτιστικών Συλλόγων Βλάχων αναδεικνύουν ένα ζήτημα που υπερβαίνει την προστασία της παράδοσης. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο μια πολιτιστική ιδιαιτερότητα μπορεί να αποκτήσει μειονοτική διάσταση μέσα από τις διαδικασίες διεθνών οργανισμών.
Του Αντώνη Μπέζα (*)
Το Συμβούλιο της Ευρώπης δεν περιορίζεται στην πολιτιστική συνεργασία. Βασική αποστολή του είναι η προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου. Στο πλαίσιο αυτό ασχολείται με τις εθνικές μειονότητες, τα γλωσσικά δικαιώματα και την πολιτιστική πολυμορφία. Συνεπώς, η ένταξη μιας αναφοράς σε συγκεκριμένο θεσμικό πλαίσιο έχει πολιτική σημασία.
Η διατήρηση της βλάχικης πολιτιστικής κληρονομιάς είναι αυτονόητη και επιβεβλημένη. Τα βλάχικα γλωσσικά ιδιώματα, με τις σημαντικές τοπικές διαφοροποιήσεις τους, μπορούν να καταγράφονται και να διασώζονται με τη χρήση ελληνικών χαρακτήρων. Το ίδιο ισχύει για τα τραγούδια, τα έθιμα, και τις παραδόσεις του βλαχόφωνου Ελληνισμού. Αυτόν τον σκοπό υπηρετούν, άλλωστε, επί δεκαετίες οι πολιτιστικοί σύλλογοι των Βλάχων και η Πανελλήνια Ομοσπονδία τους.
Γι’ αυτό και η αντίδραση της Ομοσπονδίας έχει ιδιαίτερη βαρύτητα. Η θέση της αναδεικνύει μια ουσιώδη διάκριση: η προστασία μιας ιδιαίτερης γλωσσικής και πολιτιστικής παράδοσης δεν προϋποθέτει την ύπαρξη διακριτής εθνικής ταυτότητας.
Στην παράγραφο 10 του ψηφίσματος, η αναφορά στους Βλάχους, και μάλιστα με τον γεωγραφικό προσδιορισμό της Βόρειας Ελλάδας, εντάσσεται στο ίδιο πλαίσιο με την Ευρωπαϊκή Χάρτα για τις Περιφερειακές ή Μειονοτικές Γλώσσες και τη Σύμβαση-Πλαίσιο για την Προστασία των Εθνικών Μειονοτήτων, τις οποίες η Ελλάδα δεν έχει κυρώσει. Στην ίδια παράγραφο γίνεται αναφορά και στη μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης.
Η διατύπωση δεν αναγνωρίζει νομικά βλάχικη εθνική μειονότητα. Δημιουργεί, ωστόσο, περιθώρια πολιτικής σύνδεσης της βλάχικης πολιτιστικής ιδιαιτερότητας με μειονοτικές διεκδικήσεις. Η παρέμβαση Ρουμάνων βουλευτών, την οποία καταγγέλλει επίσης η Ομοσπονδία, ενισχύει τις ανησυχίες για ενδεχόμενη πολιτική αξιοποίηση αυτής της ιδιαιτερότητας από εξωτερικούς παράγοντες.
Τα ψηφίσματα της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης δεν είναι δεσμευτικά. Μπορούν, όμως, να χρησιμοποιηθούν ως πολιτικά προηγούμενα και να αποτελέσουν αφετηρία νέων διεκδικήσεων.
Από την άλλη μεριά, η επίμαχη αναφορά θέτει εύλογα ερωτήματα για την αποτελεσματικότητα της ελληνικής διπλωματικής προετοιμασίας. Ανεξάρτητα από τις ενέργειες που έγιναν στο παρασκήνιο, το τελικό αποτέλεσμα δεν μπορεί να θεωρηθεί ικανοποιητικό.
Η εξωτερική μας πολιτική οφείλει να παρακολουθεί και τις φαινομενικά δευτερεύουσες πρωτοβουλίες διεθνών οργανισμών που αγγίζουν ευαίσθητα ζητήματα εθνικής ταυτότητας. Η προληπτική διπλωματία απαιτεί έγκαιρη ενημέρωση, αξιολόγηση των καταστάσεων που διαμορφώνονται στις κοινοβουλευτικές επιτροπές, συνεργασία με τις εθνικές αντιπροσωπείες και δημιουργία συμμαχιών πριν από την υιοθέτηση των τελικών κειμένων.
Η εργαλειοποίηση των μειονοτικών ταυτοτήτων
Ο αλυτρωτισμός στον 21ο αιώνα δεν εκδηλώνεται μόνο με εδαφικές διεκδικήσεις ή άμεσες στρατιωτικές απειλές. Μπορεί να προετοιμάζεται σταδιακά μέσα από θεσμικές πρωτοβουλίες, πρακτικές αναγνώρισης και την πολιτική εκμετάλλευση των πολιτιστικών ταυτοτήτων. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε αναγνώριση μιας μειονότητας υποκρύπτει αλυτρωτικές επιδιώξεις. Σημαίνει, όμως, ότι τέτοιες διαδικασίες μπορούν, υπό συγκεκριμένες συνθήκες, να αξιοποιηθούν για την άσκηση πολιτικής επιρροής ή την προώθηση ευρύτερων εθνικών διεκδικήσεων.
Η προστασία των πολιτιστικών ιδιαιτεροτήτων είναι θεμιτή και αναγκαία. Διαφορετικό ζήτημα, όμως, αποτελεί η πολιτική εργαλειοποίησή τους, όταν η επίκληση του σεβασμού της πολιτιστικής διαφορετικότητας χρησιμοποιείται ως μέσο εξυπηρέτησης άλλων επιδιώξεων.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Αλβανία, η οποία δεν περιορίστηκε στην πολιτιστική και γλωσσική αναγνώριση των Βλάχων, τους οποίους είχε αποδεχθεί από το 1995 ως ιδιαίτερη πολιτιστική ομάδα. Με τον νόμο 96/2017 «Για την προστασία των εθνικών μειονοτήτων» προχώρησε στη θεσμική αναγνώριση των Βλάχων (Αρωμάνων) ως διακριτής εθνικής μειονότητας, μεταβάλλοντας έτσι το πλαίσιο αντιμετώπισης της πολιτιστικής τους ιδιαιτερότητας με στόχο την αποκοπή τους από την Ελληνική Εθνική Μειονότητα.
Η απάντηση σε τέτοιες εξελίξεις δεν είναι ούτε η υστερία ούτε η σιωπή. Είναι η σοβαρή διπλωματία και, κυρίως, η ενίσχυση της πολιτιστικής και εθνικής μας αυτοπεποίθησης. Η ιστορία δείχνει ότι όταν αγνοούμε τέτοιου είδους εξελίξεις, συχνά τις συναντούμε ξανά, σε πολύ δυσμενέστερες συνθήκες.
(*) Ο Αντώνης Μπέζας είναι πρώην υφυπουργός και βουλευτής Θεσπρωτίας.



Κανένα σχόλιο! Γίνε ο πρώτος.